|
Πάτμος
της Ιωάννας
Βούλγαρη
Περασμένες
δώδεκα το βράδυ. Το φεγγάρι
καθρεφτιζόταν ασημένιο στην ήρεμη
αγκαλιά τού Αιγαίου. Το σακίδιο στην
πλάτη ήταν ελαφρύ με την προσμονή τής μπούκα-πόρτας που θα άνοιγε.
Από την
σχισμή φαινόταν το φεγγάρι. Σαν να μάς
κυνηγούσε να μάς δείξει τις ομορφιές
που είχε ανακαλύψει. Επιτέλους, ήρθε η
ώρα, αράξαμε στο λιμάνι. Και μπροστά μας
η μαγεία. Το κάστρο-μονάστηρο φωτισμένο
στο βουνό, ένα εκκλησάκι πάνω στο βράχο
στην είσοδο τού λιμανιού φωτισμένο
χρυσό, μικρά φωτάκια στην άκρη τού
δρόμου και το φεγγάρι να σου κλείνει το
μάτι γελώντας «είδες που σου έλεγα; τι
όμορφα που είναι;» «Καλώς όρισες στη
Πάτμο». Η φωνή από δύο φώτα, δύο μάτια
σαν φωτιά σαν αναμμένα κάρβουνα. Ήταν ο
Λεωνίδας που νοίκιαζε τα δωμάτια που θα
έμενα. Αυτή είναι η ζωή, σκέφθηκα. Φώτα,
φωτιά, ενέργεια. Πάτμος.
Η
ενέργεια είναι παντού σ΄αυτό το μέρος
τής Γης. Ο Richard Gear συγκρίνει την Πάτμο σε
ενέργεια δεύτερη μόνο μετά το Θιβέτ. Ίσως
και το όρος Σινά, προσθέτω εγώ,
χωρίς να έχω πάει. Εκκλησάκια παντού, με
όμορφες επιγραφές, με διαφορετικές
ρήσεις, πάνω σε βράχους, δίπλα σε
θάλασσες, απέναντι από ηλιοβασιλέματα,
όλα μέσα στη ψυχή σου αφήνουν μία αγαλλίαση, μια πνοή. Η θάλασσα μαγική,
σε καλεί κοντά της. Κι εσύ πάς να την βρεις, να ξαπλώσεις μαζί της, να την
ανακαλύψεις, να αναζωογονηθείς μέσα
της. Στη Πάτμο κολύμπησα τόσο πολύ, που
έλεγα ότι έβγαλα βράγχια. Ήταν και η
Δήμητρα. Αψηφούσε τον ήλιο και την
αλμύρα, ξάπλωνε πάνω στις πέτρες που
καίγανε. Μαζί της κι εγώ, ξυπόλητη
περπατούσα σε βραχονησίδες
εξερευνώντας κάθε πέτρινη ύπαρξη τού
νησιού. Στο τέλος τυλιγόμουν με το
γαλάζιο ψαρίσιο παρεό μου και έκανα τον
Λώρενς τής Αραβίας στη θάλασσα. Μάζευα
πέτρες με τα κιλά. Βούταγα στα βαθιά
νερά με τις ώρες. Δεχόμουν τον ήλιο … με
αντηλιακά. Τα βράδια τραγουδούσαμε
στις ακρογιαλιές τής Λάμπης, στην άκρη
τού δρόμου για τον Κάμπο, στην ερημιά
πάνω από τα βράχια με μόνη παρέα τούς
γρύλους, τα νυχτοπούλια, την αύρα τής
θάλασσας, τ΄αστέρια.
Γροίκος.
Ένας μάγος είναι θαμμένος εκεί. Γυρίζει
κρυμμένος, άφαντος στη μεγάλη σπηλιά τα
βράδια και σε μαγεύει. Ο δρόμος με τις
στροφές φωτισμένος από το φεγγάρι, η
παραλία από τα άστρα. Δεν είναι σχήμα
λόγου, είναι αλήθεια. Είσαι πια αλλού.
Δεν ορίζεις αυτά που σου συμβαίνουν και
αφήνεσαι στην ενέργεια που σε έχει
καταλάβει, που σε περιβάλλει. Ζεις την
μαγεία στην γήινη διάσταση.
Την
άλλη μέρα το πρωί έρχεται η ώρα τού
εξαγνισμού. Ζορίζουμε το σώμα για να
λυτρωθεί η ψυχή μας. Ανάβαση στο
Μοναστήρι με τα πόδια από το μονοπάτι.
Μοσχοβολάνε τα βότανα κάτω από τον
καυτό ήλιο. Το πέτρινο κάστρο
ακτινοβολεί το φως. Στη πρώτη σκιά κάτω από
τους ευκαλύπτους θαυμάζεις τον
κόλπο τής Σκάλας, τούς κόλπους τού
Κάμπου και όλους τού τους όρμους τον
ένας πίσω από τον άλλον να
διακλαδώνονται συναγωνιζόμενοι σε
γεωλογικούς σχηματισμούς. Από την
είσοδο τού κάστρου, η Πάτμος απλώνεται
μπροστά σου σαν μια οπτασία σε χρώμα
γαλάζιο. Το μοναστήρι είναι μία έκπληξη.
Έχει αγάπη, φροντίδα, γλυκύτητα. Η
Αποκάλυψη όμως είναι μόνο τού Ιωάννου.
Ο Βράχος τής Αποκάλυψης είναι μοναδικό
μνημείο και σημείο ενέργειας και
ακτινοβολίας. «Η Πάτμος είναι τόπος
αποστολικός» θα μου πει ο ξεναγός. Από τότε ανέβαινα συχνά στην Αποκάλυψη και
καθόμουν κάτω από τον Βράχο. Στη Πάτμο
βρήκα την Αλήθεια, την Αγάπη, την
Ενέργεια τής Ζωής., δοσμένη απλόχερα από
τον Δημιουργό για όσους την
αναζητούν. Όλοι όσοι έρχονται στην
Πάτμο βρίσκουν την απάντηση που
ψάχνουν κάπου ανάμεσα στα βράχια, στη
θάλασσα, στις εικόνες, στα αστέρια. Την
βρίσκουν μέσα τους γιατί εκεί είναι τα
πάντα. Απλώς στη Πάτμο ανοίγεις και
βλέπεις αυτό που ζητάς, αυτό που υπήρχε
και δεν έβλεπες.
Μετά
την Αποκάλυψη, η Γαλήνη. Η Αποδοχή τού
περιβάλλοντος και των ανθρώπων. Είσαι
πλέον έτοιμος για την εξόρμηση στην
Ψιλή Άμμο. Αν πάς με το καΐκι θα
γοητευθείς από τα σχήματα των βράχων. Αλλά
μυτερά, κοφτά, όρθια μέσα στο νερό
σαν μαχαίρια ανελέητα, σε
προειδοποιούν να μην πλησιάσεις. Αλλά φαγωμένα
από την πάλη με τα κύματα
γυαλίζουν κάτω από το σκληρό φως και
παίζουν με το νερό καθώς το δέχονται
στις κοιλότητές τους. Περνάς δίπλα τους
και αισθάνεσαι ότι σε κοιτάζουν περιφρονητικά. Είναι οι φρουροί της
μοναδικής αμμουδιάς τής Πάτμου: Η Ψιλή Άμμος. Μαύρα τα βράχια, βαθυγάλανα τα
νερά, χρυσή η άμμος, γαλάζιος ο αφρός
της. Θυμηθείτε αυτή την παραλία κι ας
έχει κόσμο που εμφανίζεται από το
πουθενά , και ελάτες εκτός εποχής να την
απολαύσετε μόνοι σας. Τότε θα την
προσεγγίσετε από το μονοπάτι που
ξεκινά από το Διακόφτι, ανεβαίνει μια
μικρή πετρώδη πλαγιά με «πόρτες»,
διαδρόμους αβουκιές και πέφτει με μια ελαφριά κατηφόρα στην αμμουδιά.
Όπως και να την επισκεφθείτε θα την θυμάστε
για πολλά χρόνια. Θα γίνει ορόσημο στις
συζητήσεις σας. Θα είναι το καταφύγιο
τού μυαλού σας.
Από την Πάτμο δεν θέλεις να φύγεις. Μισείς
ην ώρα του αποχαιρετισμού, την αντέχεις
όμως γιατί υπόσχεσαι στον εαυτό σου να
ξαναγυρίσεις. Το σακίδιο τώρα έχει
βαρύνει από τις πέτρες που μάζεψα, που
θα γίνουν οι αχώριστοι σύντροφοί μου,
που θα μου δίνουν την ενέργεια τής Ζωής
τα μακριά χειμωνιάτικα βράδια.
Ακουμπισμένη
στην κουπαστή μαζί με όλους τούς
ταξιδιώτες, εισπνέω την νυχτερινή αύρα
και αποχαιρετώ τη Πάτμο καθώς το καράβι
αφήνει τον κόλπο. Η εκκλησία τής Αγίας
Παρασκευής μάς χαιρετά με το φως της, το
κάστρο έχει σβήσει τα δικά του και τα
φωτάκια για τον Γρικώ χάνονται
ανάμεσα στις στροφές τού δρόμου και
στον αφρό τού κύματος. Το σκοτάδι
απλώνεται και η θάλασσα γίνεται ένα με
τον ουρανό. Στην βουβή ένωση τού
σύμπαντος η φύση ησυχάζει. Μαζί και τα
πλάσματά της. Αύριο, εκεί που θα γυρίσω,
οι εικόνες αυτές θα δίνουν ζωή στον
δρόμο μου. «Και το φως εν τη σκοτία
φαίνει. Και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν»
(Ιωάννης). |