|
Ο Ταΰγετος με τα
μάτια τού αετού
της Ιωάννας Βούλγαρη
Κόντευε μεσημέρι και έβγαινε
πετώντας πάνω από το φαράγγι τού Βυρού.
Ήταν τέλος τής άνοιξης και έχει βρει
πολλά μικρά θηράματα στην πορεία του.
Ικανοποιημένος, ξεκίνησε για τον γύρο
των ψηλών κορφών, την πορεία που κατά
καιρούς έκανε για να ελέγξει την
περιοχή του αλλά και για να εξερευνήσει
καινούργια λημέρια και στέκια στον
Ταΰγετο. Άπλωσε τα φτερά του και πήρε τα
ανοδικά ρεύματα μέχρι το διάσελο. Η
μέρα ήταν διαυγής. Στο βάθος μιά σειρά
από πυκνά, σχηματισμένα σύννεφα
κατευθύνονταν μακριά, προς την θάλασσα.
Από εκεί είχαν έρθει πρόσφατα πολλά
πουλιά που ταξίδευαν για τον βορρά.
Σήμερα ήταν μόνος. Ένοιωσε
ελεύθερος καθώς διέσχιζε τον ορίζοντα,
παίζοντας με τα ρεύματα, άλλοτε
ανεβαίνοντας ψηλά, άλλοτε βουτώντας
για να τα πιάσει από χαμηλά. Ήταν ο
κυρίαρχος τού Πενταδάχτυλου και τού
ανέμου. Περνούσε δίπλα από τα κοφτερά
βράχια, μύριζε τα βότανα που κρυμμένα
στις πέτρες ζέστανε ο ήλιος. Χάζευε από
ψηλά τα πυκνά κωνοφόρα δάση όπου πάντα
εύρισκε ενδιαφέρουσα λεία. Τού άρεσε να
αισθάνεται την αύρα των δένδρων. Έκανε
λοιπόν έναν κύκλο πάνω από τα δάση τής
Βασιλικής και έστριψε με καρδιοχτύπι.
Μπροστά του αυτή η γκρίζα πυραμίδα.
Κάθε φορά που την έβλεπε να ορθώνεται
πάνω από τα δάση, περήφανη, ασάλευτη
στην κακοκαιρία, λαμπερή κάτω από τον
ήλιο, αισθανόταν ένα μυστήριο, μιά
μαγεία. Ήταν πιο δυνατή από αυτόν. Είχε
πετάξει κι άλλες φορές γύρω της, είχε
δει από ψηλά τα πέτρινα δρομάκια και
τον μικρό ναό. Αποφάσισε να ξαναπάει
κοντά της.
Μα τι ήταν αυτό; Άκουσε
φασαρία, φωνές. Ήταν πάλι αυτά τα
περίεργα όντα με δύο πόδια και με
χρωματιστά κουτιά στην πλάτη. Τους είχε
ξαναδεί εδώ στον Ταΰγετο, στο βουνό του.
Προχωρούσαν πάνω στις πέτρες και
διέσχιζαν το βουνό με τα πόδια. Ήταν
τόσο αργοί. Ενώ αυτός πετούσε από πάνω
τους και χανόταν. Σήμερα πήγαιναν κι
αυτοί στην γκρίζα πυραμίδα. Άραγε να
αισθάνονται την ίδια μαγεία με μένα;
αναρωτήθηκε. Πέταξε από πάνω τους για
να βεβαιωθεί. Ήταν λίγοι, τρεις-τέσσερις.
Μόλις τον είδαν, σταμάτησαν και τον
κοίταζαν. Κάποιος τον χαιρέτησε.
Αισθάνθηκε ότι τον καμάρωναν, τον
ζήλευαν. Είχαν όμως την ίδια αγάπη για
το βουνό, για την γκρίζα πυραμίδα. Τους
ακολούθησε από ψηλά, πλανάρωντας. Κι
εκεί ψηλά στην κορυφή, καθώς αυτοί
καθισμένοι στις πέτρες, αγνάντευαν τον
κόσμο, πέρασε από μπροστά τους, με τα
φτερά ανοιγμένα, τους χαιρέτησε με τη
ματιά του και χάθηκε στον ορίζοντα.
Ο ήλιος είχε πια ανέβει
καταμεσής στον ουρανό. Η πυραμίδα
διάχεε το φως του, και το πέταγμα τού
αετού θαρρούσες πως σχημάτιζε
παρουσιάσεις γύρω από τον Προφήτη Ηλία.
Ο Θεός, η Φύση και ο Άνθρωπος ήταν όλοι
ενωμένοι στην κορυφή τού Ταϋγέτου. Αυτή
δεν είναι και η μαγεία τού βουνού;
2/12/01 |