Του Δημήτρη Πραγαλού
Το Γκιότσαλι κατοικήθηκε τα
πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας γύρω
στο έτος 1500μ.Χ. Χτίστηκε στη πλαγιά του
βουνού Μπουτσούρη σε υψόμετρο πάνω από
750 περίπου μέτρα, στο μέρος αυτό υπήρχαν
επτά πηγές. Αυτός ήταν και ο λόγος που
εγκαταστάθηκαν εκεί οι πρώτοι κάτοικοι.
Το Γκιότσαλι έχει θέα προς το
Λακωνικό κόλπο. Φαίνονται καθαρά το
Γύθειο, η Σκάλα και άλλα χωριά του Έλους.
Μετά την κατάληψη της
Ηπείρου από τους Τούρκους κάτοικοι από
την ενετοκρατούμενη Πάργα,(εξ ου και
Πραγαλός) Σαμαρίνα (εξ ου και Καμαρινός}
του Σουλίου και άλλα χωριά του νομού
Πρεβέζης, κατέβηκαν νότια μαζί με τις
οικογένειές τους και εγκαταστάθηκαν
στα εδάφη της ενετοκρατούμενης
Μονεμβάσιας. Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν
την Μονεμβάσια αρκετοί από τους
ανυπότακτους αυτούς Ηπειρώτες
σκαρφάλωσαν και έχτισαν το χωριό.
Λέγεται ότι προυπήρχαν λίγες ακόμα
οικογένειες. Κανένας κάτοικος του
Γκιότσαλι δεν είχε αρβανίτικη καταγωγή
και ουδέποτε μιλήθηκε στου Γκιότσαλι η
αρβανίτικη γλώσσα, όσο μακριά και αν
ανατρέξουμε. Λίγο αργότερα κατέληξαν
εκεί και εγκαταστάθηκαν μερικές
οικογένειες κρητικής καταγωγής,
διωγμένοι και αυτοί από τους Τούρκους.
Ενώθηκαν με τους Ηπειρώτες και
συνυπήρχαν επί αιώνες και συνυπάρχουν
ακόμα και σήμερα στο νέο χωριό, τον Αι
Δημήτρη.
Το έτος 1700 οι Ενετοί που
κατείχαν την περιοχή, από το έτος 1687 έως
το έτος 1715, έκαναν απογραφή όλων των
οικισμών. Το Γκιότσαλι αριθμούσε 58
οικογένειες και 204 κάτοικους, 117 άνδρες,
87 γυναίκες εκ των οποίων οι 16 ήταν χήροι
και οι 18 χήρες. Αρκετά μεγάλο χωριό για
την εποχή του με νεανικό πληθυσμό, όπως
αναφέρουν τα στοιχεία των Ενετών.
Την περίοδο της δεύτερης
Τουρκοκρατίας 1715-1821 το Γκιότσαλι ήταν
λημέρι και ορμητήριο πολλών αρματολών
και κλεφτών. Πριν το έτος 1800 είχε λημέρι
του το Γκιότσαλι ο οπλαρχηγός Γιάννης
Καρακίτσος, φίλος και συνεργάτης του
Καπετάν Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη. Ο
Γιάννης Καρακίτσος συνελήφθη από τους
Τούρκους και απαγχονίστηκε το έτος 1805.
Στη συνέχεια το Γκιότσαλι ήταν λημέρι
των οπλαρχηγών Γιώργη, Νικόλα και
Παναγιώτη Καρακίτσου όπως και του
Γρηγόρη Μοίρα. Ο Γρηγόρης Μοίρας έλαβε
μέρος στη πολιορκία της Μονεμβασιάς με
Τσάκωνες οπλίτες, αλλά και με κατοίκους
της περιοχής. Στη πολιορκία της
Μονεμβασιάς έλαβε μέρος και ο Γιώργης
Καρακίτσος με οπλίτες από το Γκιότσαλι
και από άλλα χωριά της περιοχής. Το
Σεπτέμβριο του 1825 κυρίως γυναικόπαιδα
και γέροντες κατέφυγαν και οχυρώθηκαν
στις σπηλιές στο Ψηλό Κοτρόνι, σε ύψος
περίπου 1000 μέτρων, για να αποφύγουν τη
σφαγή και τη σύλληψη από τα στρατεύματα
του Ιμπραήμ. Πήραν ο,τι λιανοτούφεκα
είχαν και έχτισαν την είσοδο της
σπηλιάς με πέτρες, έκαναν δηλαδή
ταμπούρια. Προδόθηκαν όμως από έναν
τουρκογερακίτη Σμαίλο το όνομα.
Περικυκλώθηκαν από το στράτευμα του
Ιμπραήμ, αλλά αμύνθηκαν γενναία, με τα
λίγα ντουφέκια που διέθεταν. Κυλούσαν
πέτρες από τη κορυφή του βουνού και
εμπόδισαν τους Τούρκους να τους
συλλάβουν. Για το λόγο αυτό μεταξύ των
αιχμαλώτων, κυρίως γυναικών, της
περιοχής που πουλήθηκαν στα
σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου δεν υπήρχε
ούτε ένας κάτοικος του Γκιότσαλι.
Υπήρχαν δύο θύματα, μια γυναίκα από την
οικογένεια Βλάχου και η κόρη της που
ήταν μωρό, κάηκαν μέσα στη σπηλιά από
λιωμένο θειάφι που εκτόξευσαν οι
Τούρκοι. Μετά την αποτυχία και τις
απώλειες που είχαν οι Τούρκοι σκότωσαν
τον Σμαίλο. Το μέρος που τον έθαψαν οι
κάτοικοι το ονόμασαν στον Τούρκο ή στο
Ανάθεμα, γιατί όποιος περνούσε από εκεί
πέταγε μια πέτρα και έλεγε «ανάθεμα
στον προδότη».
Το έτος 1827 έγινε νέα απογραφή
από επιστημονική επιτροπή που
ακολούθησε το εκστρατευτικό σώμα του
Γάλλου στρατηγού Maison. Το Γκιότσαλι είχε
30 οικογένειες. Μειώθηκε ο πληθυσμός του.
Άλλοι χάθηκαν κατά τη διάρκεια των έξι
χρόνων της επανάστασης και άλλοι
σκόρπισαν.
Στη νέα απογραφή που έγινε
επτά χρόνια αργότερα το έτος 1835 το
Γκιότσαλι αριθμεί 245 κατοίκους και
εντάσσεται στο Δήμο Μαριού με έδρα την
Κουνουπιά.
Το έτος 1841 αποσπάται από το
Δήμο Μαριού, ο οποίος διαλύθηκε, και
προσαρτάται στο Δήμο Ζάρακα, όπου
ανέδειξε τον μακροβιότερο δήμαρχο του
Ζάρακα, τον Γεωργάκη Ιωαν. Γραμματικάκη,
που εξελέγη δήμαρχος Ζάρακα πέντε
τετραετίες.
Τα χρόνια της Τουρκοκρατίας
λίγα σπίτια ήταν δίπατα με καμάρες. Τα
περισσότερα ήταν χαμηλά και απλά. Μετά
την απελευθέρωση από τους Τούρκους
χτίστηκαν δίπατα σπίτια από πελεκημένη
πέτρα με καμάρες. Τα έχτισαν μακεδόνες
χτίστες.
Οι εκκλησίες χτίστηκαν τα
πρώτα χρόνια της ίδρυσης του χωριού. Το
καμπαναριό του Αι Γιώργη προσετέθη το
1852. Το μαρτυρεί η σχετική επιγραφή που
έχει ενσωματωθεί κάτω από τη δεύτερη
καμάρα του. «1852 ΟΚΤΩΒΡΗ 20 ΠΑΠ. ΚΑΜ.
ΜΑΣΤΡΟ-ΠΑΝΤΑΖΗΣ».Το έτος 1886 με το χέρι
του ταλαντούχου αγιογράφου Γεωργ.
Καλοπαίδη, φιλοτεχνήθηκαν οι τέσσερις
μεγάλες εικόνες του τέμπλου,
βυζαντινής τεχνοτροπίας.
Μετά την απελευθέρωση από
τους Τούρκους οι κάτοικοι κατέβηκαν
νοτιότερα και εγκαταστάθηκαν σιγά σιγά
στον Άγιο Δημήτριο όπου και οικοδομούν
το νέο χωριό.
Μέχρι το έτος 1920 το Γκιότσαλι
κατοικείτο από τον Απρίλη μέχρι τον
Οκτώβρη που οι κάτοικοί του κατέβηκαν
στον Αι Δημήτρη, ήταν διπλοκάτοικοι.
Σιγά σιγά εγκαταλείφθηκε και ερήμωσε,
τελική καταστροφή επήλθε την μετά το 1960
περίοδο.
Οι σκελετοί των αρχοντικών
που σώζονται δείχνουν την
αρχιτεκτονική των παλιών μαστόρων και
την εξαιρετική τεχνική που είχαν να
λαξεύουν τη πέτρα και να χτίζουν τις
γνωστές καμάρες των σπιτιών.