|
Στο Βράχο του Κάβο Μαλιά
Αναζητώντας το «μικρό ’γιο Όρος»
Του ΝΙΚΟΥ ΜΑΣΤΟΡΑ (Δημοσίευμα
της εφημερίδας «ΛΑΚΩΝΙΑ» στις 26.04.1996)
Ο Ξυλοχάφτης τελείωνε 100 μέτρα
παρακάτω, στο σημείο που τα κύματα
δημιουργούσαν μια ευθεία γραμμή μέσα στη
θάλασσα. Ανατολικά της γραμμής, μπωφόρ,
μανιασμένα νερά, αφρός στις κορυφές των
πανύψηλων κυμάτων, αέρας να σε παίρνει κι
ένα μεγάλο πλοίο στο 6άθος - αναρωτιόμασταν
πώς βγήκε στ' ανοιχτά με τέτοιο κύμα - να
εμφανίζεται και να χάνεται από τα μάτια μας,
όπως σηκωνόταν κι έσκαγε πάλι με δύναμη
στην αγκαλιά του Μυρτώου. Αλλά στο σημείο
που βρισκόμασταν, ακριβώς πάνω στη γωνία
του πελωρίου βράχου του Κάβο Μαλιά, στο
ερειπωμένο μοναστήρι του Αη Γιώργη, ο
καπνός από το τσιγάρο έφευγε προς τα πάνω
ανενόχλητος. Δυτικά της γραμμής που
δημιουργούσε ο βόρειος άνεμος στο πέλαγος,
υπήρχε άπνοια.
Η θάλασσα από κάτω μας λάδι, ο
ήλιος γλυκά μας ζέσταινε κι ας λυσσομανούσε
λίγα μέτρα πιο πέρα η θύελλα! Πλήρως
προστατευμένοι από τον βράχο - εκτός κι αν
το γύρναγε σε νοτιά, οπότε θα 'μασταν εμείς
ακάλυπτοι και καλυμμένο το πλοίο που τώρα
έκανε νεροτραμπάλα - κατανοήσαμε εύκολα
γιατί τον είπαν Ξυλοχάφτη. Χιλιάδες πρέπει
να ναι τα ξύλα - και οι λαμαρίνες των πλοίων,
μα και οι άνθρωποι - στο βυθό του.
Όταν μας είπαν ότι για να
φτάσουμε από ξηράς στο «μικρό ’γιον Όρος» -
όπως επικράτησε να ονομάζονται τα 2
μοναστήρια του Κάβο Μαλιά, η Αγία Ειρήνη και
ο Αη Γιώργης - θα έπρεπε να οδηγήσουμε
περίπου 15-20 χλμ. σε κακό χωματόδρομο και
μετά να περπατήσουμε σύρριζα σε γκρεμό επί 4
χλμ. ακόμα, (μία ώρα δρόμος), δαγκωθήκαμε.
Έτσι κι αλλιώς, από εκεί δεν θα μπορούσαμε
να δούμε τον τεράστιο φάρο, παρ' ότι είναι
πολύ κοντά, γιατί τα δύο μονοπάτια (αυτό που
πάει στα μοναστήρια και αυτό που πάει στον
φάρο) δεν συνδέονται. Τα εμποδίζει ο
απόκρημνος, θρυλικός βράχος.
Έλα όμως, που όσοι συναντούσαμε
μας έλεγαν να δούμε 4 πράγματα στην περιοχή:
την Ελαφόνησο, το χωριό Βελανίδια, το
επιβλητικό κάστρο της Αγίας Παρασκευής
μαζί με τα χωριά πάνω από τη Νεάπολη (Παραδείσι,
Φαρακλό, Μεσοχώρι, ’νω και Κάτω Καστανιά)
και τα μοναστήρια του Κάδου. Στην Ελαφόνησο
είχαμε ζήσει πέρυσι τις πιο ανέμελες
διακοπές, ενώ από τα εντυπωσιακά Βελανίδια
είχαμε - μόλις - γυρίσει. Και τη σκληρή,
χωμάτινη διαδρομή των 15 χλμ. που περνάει από
το μεσαιωνικό κάστρο πάνω σε λόφο και
φτάνει στα ξεχασμένα από το χρόνο ορεινά
χωριά με την εκπληκτική θέα προς την
Ελαφόνησο, τα Κύθηρα και τον όρμο της
Νεάπολης, την είχαμε κάνει την προηγούμενη
φορά. Είχαμε, μάλιστα, φτάσει ως τις όμορφες
και απομονωμένες Καστανιές, στην άλλη
πλευρά της χερσονήσου που διέπει στο Μυρτώο).
Μάλιστα, νομίσαμε ότι από ψηλά
είδαμε εκεί κοντά μια παρθένα αμμουδιά,
αλλά μόλις κατεβήκαμε - σαν τους άγριους απ'
τα βουνά - αντιληφθήκαμε ότι μας είχαν
προλάβει, είχαν χτίσει κιόλας πρόχειρα
σπιτάκια πάνω στην ακτή. Έτσι, ο δρόμος μας
τράβηξε μόνος του προς τα μοναστήρια, όταν
από τη γραφική Νεάπολη με τις απέραντες
αμμουδιές, αποφασίσαμε να επισκεφθούμε τα
νότια Βατικοχώρια (σ.σ.: η Νεάπολη
ονομαζόταν στην αρχαιότητα Βοιαί, τα χωριά
της επομένως Βοιατικά, λέξη που παρεφράσθη
σε Βάτικα).
Η άσφαλτος συνεχίστηκε για ακόμα
8 χλμ., ως το όμορφο και περιποιημένο
κεφαλοχώρι Αγ. Νικόλαος (ταβέρνες) απ' όπου,
όσοι σκοπεύουν να διανυκτερεύσουν στο
μοναστήρι της Αγίας Ειρήνης, παίρνουν τα
κλειδιά των κελιών. Εμείς θα γυρίζαμε
αυθημερόν κι έτσι συνεχίσαμε. Λίγο έξω από
το χωριό αρχίζει ο χωματόδρομος. Διασχίζει
ένα τοπίο άλλοτε ορεινό κι άλλοτε πεδινό,
που κατηφορίζει προς νότον.
Σε περίπου 5 χλμ. βλέπουμε
διάσπαρτους στις δύο πλευρές του δρόμου και
μέχρι πέρα, στη θάλασσα, εκατοντάδες
ογκώδεις βράχους, πολύ μεγαλύτερους σε μπόι
από άνθρωπο: και κάποιος τους έχει στήσει
επίτηδες σε διάταξη, σαν να «φυτρώνουν» από
τη γη με τάξη και κοιτάζουν τη θάλασσα! Το
θέαμα είναι αλλόκοτα εντυπωσιακό - και σ'
εμάς παρέμεινε ανεξήγητο. Συνεχίσαμε στον
δύσβατο χωματόδρομο (τα συμβατικά I.X.
περνούν, αλλά με μεγάλη προσοχή και σιγά)
και είδαμε ταμπέλα δεξιά προς Προφήτη Ηλία,
αριστερά προς Αγία Μαρίνα.
Κάναμε δεξιά και σε 3 χλμ. φτάσαμε
στη... μινιατούρα χωριού, τον λιλιπούτειο ’η
Λιά, ένα πανέμορφο, πολύ μικρό ψαροχώρι, με
την πάλλευκη ομώνυμη εκκλησιά χτισμένη στο
επάνω μέρος μιας κόγχης βράχου, ακριβώς
στην είσοδο του μικροσκοπικού λιμανιού με
τις πολύχρωμες ψαρόβαρκες. Ένα κουκλίστικο
αραξοβόλι. Στο χωριό υπάρχει ταβέρνα,ΟΤΈ
και... φως εδώ και λίγους μήνες. ’ρτι
αφιχθείσα η ΔΕΗ εδώ κάτω...
Ανάμεσα στον Προφήτη Ηλία και σε
έναν άλλο υποτυπώδη οικισμό δυτικά,
εκτείνεται για περίπου 2 χλμ. μια μεγάλη,
γοητευτική και άγνωστη στους πολλούς
αμμουδιά, οι Λίμνες. Αν βρεθείτε εδώ
καλοκαίρι θυμηθείτε την - αρκεί να μη φυσάει
νοτιάς. Κι αυτό το βουνό απέναντι, είναι τα
Κύθηρα! Συνεχίσαμε προς Αγία Μαρίνα, ένα
εκκλησάκι περίπου 4χλμ. από τη στροφή του ’η
Λιά. Το περάσαμε και ύστερα από 3 - εντελώς
κακοτράχηλα --χιλιόμετρα, ο δρόμος
τερμάτισε. Ένα στενό μονοπάτι αριστερά
επάνω στο βουνό, δεξιά γκρεμός και νότια
θάλασσα. Το πήραμε, εφοδιασμένοι με νερό και
κολατσιό. Περπατήσαμε πολύ προσεκτικά,
σύρριζα στον γκρεμό, ανεβοκατεβαίνοντας
βράχια, πότε 50 και πότε 250 μέτρα κάθετα πάνω
από τη θάλασσα! Προσοχή: απαραίτητα τα
κατάλληλα μποτάκια, που να μη γλιστρούν.
Κουραστήκαμε λιγάκι, αλλά να
περπατάς ανάμεσα στο τέλος της γης και στην
αρχή του πελάγου, ν' ακούς το σφύριγμα του
αέρα, αλλά να μη νιώθεις το μαστίγωμά του
από ένα σημείο και μετά, και να βλέπεις
σμιλεμένες πέτρες στα δύσκολα σημεία από
τους παλιούς μοναχούς, σε συνεπαίρνει και
ξεχνάς την κούραση. Λαϊκά δηλαδή, το
μονοπάτι «σε στέλνει αδιάβαστο!» - και αν
παραπατήσεις, θα συμβεί κυριολεκτικά... Όσο
προχωρούσαμε, τόσο - κόπαζε ο αέρας, αλλά
μόνο για εμάς. Ο βράχος μας προστάτευε, και
αν πέρα μπροστά τα μπωφόρ έπαιζαν με τα
κύματα, κάτω δεξιά μας (νότια) η θάλασσα
γαλήνευε. Ώσπου ξαφνικά, το ξερό τοπίο με τα
βράχια μεταμορφώθηκε.
Μέσα σε πραγματικά οργιώδη
βλάστηση, με λογιών παράξενα (και άγνωστα σ'
εμάς τα περισσότερα) φυτά, περάσαμε την
είσοδο της Αγίας Ειρήνης. «Ο χώρος είναι για
προσκύνημα», έγραφε. Μπήκαμε, ανηφορίσαμε
και νάτην! Δυστυχώς, το μοναστήρι - λευκό, με
κόκκινες πόρτες και κόκκινο τρούλο στην
εκκλησιά του μέσα στην πιο παράξενη και
πυκνή βλάστηση που έχετε ίσως δει ανάμεσα
σε κατσάβραχα, δεν περιγράφεται. Φαντάζομαι
πως ούτε η φωτογραφία ούτε οι 1.000 λέξεις
μπορούν να αποδώσουν την ποιότητα των
συναισθημάτων που ξεπηδούν μόλις καθίσεις
στην αυλή του. Σαν μια μικρούλα πράσινη όαση,
κρυμμένη καλά, περικυκλωμένη από σαθρό
βραχομάνι και από νερό. Νιώθεις δέος βέβαια,
μα και ό,τι λέει το όνομα: ειρήνη.
Και επειδή ξέρεις ότι εδώ, εκτός
από τόπος προσκυνήματος του 16ου αι., ήταν
κάποτε άντρο τρομερών πειρατών, την νιώθεις
πιο έντονα την ειρήνη τώρα που δεν υπάρχουν.
Η μονή δεν κατοικείται, αλλά όποιος
επιθυμεί (και προνόησε να ζητήσει τα
κλειδιά των κελιών) μπορεί να
διανυκτερεύσει. Κι ας είναι σίγουρος, πως
τουλάχιστον ένα τόσο δα κομματάκι από το
νόημα των πραγμάτων θα του φανερωθεί. Το
μονοπάτι δεν σταματάει εδώ, συνεχίζει και
κάνει διχάλα.
Προς τα κάτω, φτάνει σε μια
προβλήτα στη θάλασσα, απ' όπου το καλοκαίρι
ανεβαίνουν οι εκδρομείς-προσκυνητές που
έρχονται με βάρκες από Νεάπολη ή από
Μονεμβασιά. Ευθεία, ύστερα από περίπου 800μ.,
καταλήγει στο ερειπωμένο πια μοναστήρι του
’η Γιώργη, του 14ου αι, ακριβώς στη γωνία του
Κάβο Μαλιά. Από το λευκό, παμπάλαιο
εκκλησάκι με τις βυζαντινές,
μισοκατεστραμμένες αγιογραφίες,
διακρίνεται εύκολα η γραμμή που δημιουργεί
ο άνεμος στη θάλασσα. Αριστερά φουρτούνα,
δεξιά κάλμα!
Καθισμένοι στον περίβολο του
μοναστηριού, μονάχοι εμπρός στο πέλαγο,
διαβάσαμε το βιβλίο με τις εντυπώσεις των
περιηγητών που διατηρείται στην Αγία
Ειρήνη και βρήκαμε να έχουν υπογράψει
περισσότεροι Γερμανοί από Έλληνες! Ας είναι...
Θυμηθήκαμε τα περιποιημένα πολύχρωμα
παράθυρα στα Βελανίδια - το χωριό πίσω από
τον απροσπέλαστο βράχο - τη ζωγραφιά του ’η
Λιά, το μονοπάτι ως εδώ. Ελλάδα μυστική για
πολλούς Έλληνες, Ελλάδα ποθητή για πολλούς
ξένους. Πάντως, Ελλάδα λευκή και γαλάζια!
|