Βιογραφικό Επάγγελμα Λακωνία Σπήλαια Βουνά Φαράγγια
Ποτάμια
Χλωρίδα
Πανίδα
Ταξίδια Δημοσιεύσεις Απόψεις Ανακοινώσεις Σύνδεσμοι Επικοινωνία Εντυπώσεις

Λεκάνη Μολάων

Κεντρική Σελίδα
Επάνω

Η ΛΕΚΑΝΗ ΤΩΝ ΜΟΛΑΩΝ
Γεωγραφία, Γεωλογία, Υπόγειο νερό

Σύντομη περιγραφή των βασικών γεωλογικών χαρακτηριστικών της λεκάνης των Μολάων, όπως αυτά αναλύθηκαν στην «Υδρογεωλογική μελέτη της Λεκάνης των Μολάων Λακωνίας», Πτυχιακή Εργασία των Α. Κεφαλίδη, Ε. Ψαθάκη, Β. Κορακά, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Γεωλογίας, Αθήνα 1995.

Περίληψη-Εισήγηση : Κώστας Γιαννόπουλος, Γεωλόγος-Μέλος ΣΠ.ΕΛ.Ε.Ο

1.Γεωγραφικά χαρακτηριστικά
Η λεκάνη των Μολάων βρίσκεται στη Χερσόνησο του Μαλέα στη ΝΑ Πελοπόννησο. Διοικητικά ανήκει στην Επαρχία Επιδαύρου Λιμηρά του νομού Λακωνίας με πρωτεύουσα τους Μολάους. Τα κυριότερα χωριά της περιοχής είναι η Ελιά, τα Πάκια, η Μεταμόρφωση, η Συκέα, το Φοινίκι, η Δαιμονιά, τα Παπαδιάνικα, ο Ασωπός και η Πλύτρα.

Έχει γεωγραφικό πλάτος 37 μοίρες Β και γεωγραφικό μήκος 23 μοίρες Α. Η συνολική της έκταση είναι 80 τετραγωνικά χιλιόμετρα και η γενική της διεύθυνση Β. ΒΑ- Ν. ΝΔ.

Η λεκάνη των Μολάων οριοθετείται Δ. ΒΔ από το όρος Κουρκούλα (920μ.), Β. ΒΑ και Α από τα όρη του Ζάρακα με ψηλότερες κορφές το Χιονοβούνι (1300μ.) και το Γαιδουροβούνι (1200μ.) και ΝΑ από τα υψώματα Γράβες (440μ.), Σκαρδόλακκα (500μ.) και Χαβαλά (520μ.). Το ΝΔ τμήμα της βρέχεται από τον Λακωνικό Κόλπο.

Το υδρογραφικό δίκτυο της περιοχής είναι αραιό και αντιπροσωπεύεται από εποχικούς χείμαρρους με μικρή επιφανειακή απορροή. Οι σπουδαιότεροι είναι οι χείμαρροι Μολάων και Ασωπού που εκβάλλουν στο Λακωνικό Κόλπο και οι χείμαρροι Ποταμιά, Χειλόρεμα, Τσάκωνα και Μονόπορο που καταλήγουν στη Καταβόθρα της Μεταμόρφωσης.

Οι ενδοχώριες πηγές που εντοπίζονται στα κράσπεδα της λεκάνης δεν έχουν σημαντικές παροχές. Αντίθετα μεγάλες ποσότητες υφάλμυρου νερού εκφορτίζονται από τις παράκτιες και υποθαλάσσιες καρστικές πηγές των περιοχών Γλυφάδας και Πλύτρας στο Λακωνικό Κόλπο και των ανατολικών ακτών της ευρύτερης περιοχής στο Μυρτώο Πέλαγος.

2. Γεωλογική δομή
Γενικά η ΝΑ Πελοπόννησος ανήκει στο ΝΔ τμήμα του νησιωτικού τόξου του Αιγαίου, βορειότερα της προτάφρου που δημιουργεί η υποβύθιση της Αφρικανικής πλάκας κάτω από τον Ευρωπαϊκό φλοιό.

Η περιοχή των Μολάων ανήκει στην Εξωτερική Τεκτονομεταμορφική Ζώνη των Ελληνίδων. Στη γεωλογική της δομή συμμετέχουν σχηματισμοί από τις γεωτεκτονικές ενότητες Μάνης, Άρνας και Τρίπολης, από την Υποπελαγονική Ενότητα, καθώς επίσης νεογενείς και τεταρτογενείς αποθέσεις.

Ο τεκτονικός ιστός της περιοχής δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια των τεκτογενετικών διεργασιών της Αλπικής ορογένεσης (ιζηματογένεση, πτύχωση, μεταορογενετική ανύψωση). Μετά το τέλος των αλπικών πτυχώσεων (αρχή Τορτόνιου), ακολούθησαν νεοτεκτονικές κινήσεις και νεογενή ιζήματα κάλυψαν σε μεγάλη έκταση τις αλπικές και προαλπικές δομές. Η λεκάνη των Μολάων δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του Πλειόκαινου από νεοτεκτονικά περιθωριακά ρήγματα που ακολούθησαν τις διευθύνσεις των παλαιότερων δομών. Στο σύνολό τους οι αλπικές και μεταλπικές δομές της περιοχής χαρακτηρίζονται από μια κύρια ΒΑ- ΝΔ διεύθυνση και μια δευτερεύουσα ΒΔ- ΝΑ.

Η ενότητα Μάνης αποτελεί το σχετικά αυτόχθονα γεωλογικό υπόβαθρο της περιοχής. Εμφανίζεται με παχυστρωματώδη, λευκά έως γκρίζα μάρμαρα με silex στο όρος Κουρκούλα και σε μια μικρή έκταση στην περιοχή της Ελιάς. Τα μάρμαρα της ενότητας είναι πτυχωμένα και λεπιωμένα και το πάχος τους στη περιοχή κυμαίνεται μεταξύ 250-300μ.

Η ενότητα της Άρνας υπέρκειται τεκτονικά της ενότητας Μάνης. Συναντάται Ν των Μολάων (στο Διάσελο), Β της Πούλιας (στην εκβολή του χειμάρρου των Μολάων στο Λακωνικό Κόλπο), στη Δυτική και Νότια παραλία της χερσονήσου Ξυλής, όπως επίσης στη περιοχή Ταλάντων, Δαιμονιάς και Αγ. Νικολάου. Στις περιοχές αυτές αντιπροσωπεύεται από μαρμαρυγιακούς και χλωριτικούς σχιστόλιθους και από χαλαζίτες. Κατά θέσεις παρατηρούνται και μικροί φακοί μεταβασαλτών. Το πάχος των πετρωμάτων της ενότητας στη περιοχή φτάνει τα 250μ.

Η ενότητα της Τρίπολης εμφανίζεται επωθημένη πάνω στις προηγούμενες ενότητες και απαντάται με πλήρη στρωματογραφική κολώνα. Αντιπροσωπεύεται από ολόκληρη την ανθρακική σειρά ασβεστόλιθων, δολομιτών και δολομιτικών ασβεστόλιθων (Άνω Τριαδικό-Ηώκαινο) που έχει τη μεγαλύτερη επιφανειακή εξάπλωση στην ευρύτερη περιοχή και συνολικό πάχος έως και 1800μ. Τα ηφαιστειοιζηματογενή και κλαστικά στρώματα Τυρού στη βάση της ανθρακικής ακολουθίας (Κάτω Τριαδικό- Λιθανθρακοφόρο/Πέρμιο) εμφανίζονται επίσης σε πολλές θέσεις της περιοχής. Ο φλύσχης της ενότητας απαντάται σε μια μικρή εμφάνιση στον Άγιο Ιωάννη.

Η Υποπελαγονική ενότητα εμφανίζεται στα ΝΑ της περιοχής των Μολάων με τη μορφή επωθημένων καλυμμάτων πάνω σε διαφορετικούς ορίζοντες της ενότητας της Τρίπολης και αντιπροσωπεύεται από ωολιθικούς ασβεστόλιθους (Μέσο-Άνω Τριαδικό) και από οφιολιθικά πετρώματα.

Οι Νεογενείς σχηματισμοί (πηλίτες, ψαμμίτες, μάργες, μαργαικοί ασβεστόλιθοι, άμμοι, χαλίκια και κροκαλοπαγή) έχουν μεγάλη επιφανειακή εξάπλωση. Καλύπτουν τη λεκάνη των Μολάων, καθώς επίσης το πεδινό τμήμα μεταξύ Ελιάς και Αγ.Ιωάννη Γλυκόβρυσης στα δυτικά της Κουρκούλας και τη Δαιμονιά. Η ηλικία τους είναι Αν. Πλειόκαινο- Κατ. Πλειστόκαινο. Σε πλειοκαινικές αποθέσεις ψαμμιτών και μαργών έχουν προσδιοριστεί (ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ, 1969) ποικίλα απολιθώματα (Γαστερόποδα, Ελασματοβράγχια, Βραχιονόποδα, Θυσανόποδα, Κοράλλια, Εχινοειδή και Σκώληκες). Οι Τεταρτογενείς σχηματισμοί αντιπροσωπεύονται από θαλάσσιες και ποταμοχειμάριες αποθέσεις, θίνες, χαλαρά πλευρικά κορήματα και κώνους κορημάτων, καθώς και αλλουβιακές αποθέσεις. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών σχηματίστηκε στο Πλειστόκαινο.

3. Υδρογεωλογικές συνθήκες
Στη λεκάνη των Μολάων αναπτύσσονται τρία κύρια καρστικά υδροφόρα συστήματα που αναπτύσσονται στους ανθρακικούς σχηματισμούς που δομούν τους γύρω ορεινούς όγκους. Πέραν αυτών υπάρχει και ο ενιαίος υδροφόρος νεογενών, τεταρτογενών και στρωμάτων Τυρού που είναι ανεξάρτητος από τα καρστικά συστήματα. Η κίνηση του νερού σε αυτόν τον υδροφόρο είναι προς το Ν (Λακωνικό Κόλπο).

Καρστικό σύστημα Ρειχέας-Μεταμόρφωσης (Β και ΒΑ της λεκάνης)
Αναπτύσσεται στους ανθρακικούς σχηματισμούς της ενότητας Τρίπολης που έχουν μια συνολική έκταση στην περιοχή της τάξης των 50 τετραγωνικών χιλιομέτρων και εκτείνονται κατά περιπτώσεις και στα –200μ. Η καρστικοποίηση ακολουθεί τις κύριες διευθύνσεις των μεγάλων ρηγμάτων και διακλάσεων, δηλαδή ΒΑ- ΝΔ και ΒΔ- ΝΑ και έχει δημιουργήσει ευδιάκριτες καρστικές επιφάνειες και καλά αναπτυγμένο υπόγειο καρστικό δίκτυο. Η διεργασία καρστικοποίησης ευνοήθηκε στο Πλειστόκαινο από τη δράση των παγετώνων. Το υπόγειο νερό του συστήματος κινείται προς Β, ΒΑ καταλήγοντας στον Ιέρακα και τη Μονεμβασιά, στο Μυρτώο Πέλαγος.

Στις επιφάνειες καρστ απαντώνται πλήθος καρστικών εγκοίλων με τη μορφή δολίνων αλλά και σπηλαίων (περιοχή Παλαιάς Μονεμβάσιας). Σχεδόν όλο το νερό των μορφών αυτών αποστραγγίζεται κινούμενο κατακόρυφα μέσω καταβοθρών. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η καταβόθρα της Μεταμόρφωσης που αποστραγγίζει τόσο τις λεκάνες απορροής των χειμάρρων αλλά και την πλειονότητα των επιφανειακών καρστικών μορφών. Η καταβόθρα αυτή διανοίγεται σε ασβεστόλιθους της ενότητας Τρίπολης και αποτελείται από δύο επιμέρους καταβόθρες που βρίσκονται σε υψομετρική διαφορά 7- 8μ. Το υψόμετρό της στην επιφάνεια είναι περίπου 90μ. και στον πυθμένα της είναι 75μ.

Καρστικό σύστημα Κουρκούλας- Ελιάς (ΒΔ της λεκάνης)
Αναπτύσσεται από μάρμαρα της ενότητας Μάνης. Ο τεκτονισμός έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στη δομή και τη υδρογεωλογία του συστήματος. Τα μάρμαρα της Κουρκούλας συνεχίζονται και κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και υπακούοντας στους κανόνες της καρστικοποίησης κινούν το νερό μέσω καλά ανεπτυγμένων καρστικών αγωγών, που ακολουθούν τις κύριες τεκτονικές διευθύνσεις. Το καρστικό δίκτυο λόγω του μεγάλου εύρους των αγωγών χαρακτηρίζεται από τυρβώδη ροή. Το υπόγειο νερό του συστήματος κινείται προς τον Λακωνικό Κόλπο και εκφορτίζεται σε παράκτιες και υποθαλάσσιες πηγές (περιοχή Γλυφάδας- Ελιάς και Τηγάνια).

Καρστικό σύστημα Γράβες- Σκαρδόλακκας- Χαβαλάς (Α και ΝΑ της λεκάνης)
Αποτελείται από τους ωολιθικούς ασβεστόλιθους της Υποπελαγονικής ενότητας που δομούν τα αντίστοιχα υψώματα. Τα πετρώματα αυτά είναι πολύ περατά και εμφανίζουν καρστικά φαινόμενα που ακολουθούν τις υπάρχουσες διευθύνσεις ασυνεχειών. Λόγω όμως της περιορισμένης έκτασης και του μικρού πάχους των ανθρακικών σχηματισμών, το καρστικό δίκτυο που αναπτύσσεται σε αυτούς δεν είναι τόσο σημαντικό, όσο στα άλλα δύο καρστικά συστήματα. Το υπόγειο νερό του συστήματος εκφορτίζεται σε πηγές επαφής μεταξύ Στρωμάτων Τυρού και ανθρακικών, εκτός από το νερό του Χαβαλά που κινείται προς το Ν (Λακωνικός Κόλπος) μέσω των ανθρακικών της ενότητας Τρίπολης.