|
| |
|
ΤΡΥΠΑ
ΤΗΣ ΜΑΡΙΩΣ Κωδικός
Αριθ. 72/23-10-99
του Γιάννη Κοφινά
Από καιρό κάνοντας
μπάνιο στο Λακωνικό ένας μετανάστης από την
Αμερική καταγωγής από τα Κουπιά σε γνωριμία
και συζήτηση μαζί του μου ανέφερε για την
τρύπα της "Μαριώς". Συγκεκριμένα το 1912
μια κοπέλα 12 χρονών τότε, πρόσεχε τα γίδια.
Παρασύρθηκε από τους νόστιμους καρπούς της
συκιάς που είχε φυτρώσει στην άκρη του
γκρεμού. Ανέβηκε αλλά το κλαδί έσπασε. Έτσι
βρέθηκε στο δάπεδο του βαράθρου στα 50 μ.
βάθος.
Πρόσφατα ο κυρ
Βασίλης Μερκούρης βοσκός μας ενημέρωσε ότι
ένας φυματικός ο Ζώταλης ο «θυμαριώτης» στο
παρατσούκλι από τα Νιάτα, την εποχή εκείνη
είπε. «Ξεγραμμένος είμαι ρε παιδιά δέστε με
και κατεβάστε με στο βάραθρο να βγάλω την
νεκρή κοπέλα να την πάμε εκεί που πρέπει
αμαρτία είναι». Και έτσι έγινε. Την εποχή
αυτή γύρω στα 1912 ένας καλός τεχνίτης
αυστριακός συμμετείχε στην ανέγερση του
ναού των Νιάτων Άγιοι Ταξιάρχες.
|
|
Έφτασαν
λοιπόν στο βάραθρο και έφτιαξε με ξυλεία
μια σκαλωσιά στο στόμιο οριζόντια. Από εκεί
επάνω κατέβασαν σε κουβούκλειο τον άρρωστο
και έβγαλε τη νεκρή Μαριώ. Μετά από έναν
χρόνο πέθανε. Από τότε το βάραθρο
ονομάστηκε η τρύπα της "Μαριώς"
παίρνοντας το όνομα της άτυχης κοπέλας.
Φυσικά είχε ήδη καταχωρηθεί στον κατάλογο
αναφορών των βαράθρων προς εξερεύνηση.
Παίρνοντας άδεια από
το ΥΠ.ΠΟ. και το ευχαριστούμε και πάλι γι'
αυτό, ξεκινήσαμε για σπηλαιολογική
αποστολή. Συναντηθήκαμε με το Γιώργο Μάκρη
και με το Σάκαρη Περικλή από τα Νιάτα το
πρωί του Σαββάτου 23/10/99 και ανεβήκαμε στα
Κουπιά. Είχα πάει 15 χρόνια πριν για πρώτη
φορά. Τα Κουπιά είναι ένα χωριό κτισμένο σε
ένα πολύ μεγάλο οροπέδιο του Πάρνωνα κάτω
από το Γαϊδουροβούνι με 1184μ. υψόμετρο. Από
εκεί το μάτι του ανθρώπου βλέπει μακριά
αλλά μόνο βουνά γύρω - γύρω με πλούσιο
θαμνώδες πράσινο.
Οι παλιοί λένε ότι
εκεί παλιά κόβανε μακριά πουρνάρια για
κατασκευή κουπιών για τα καΐκια έτσι δόθηκε
και το όνομα πηγαίνοντας εκεί για κουπιά,
άρα στα Κουπιά. Τη δεκαετία του '60 άρχισε
έντονη μετανάστευση στα κεφαλοχώρια, στην
Αθήνα, στο εξωτερικό. Έτσι απόκτησα δύο
συμμαθητές από το χωριό αυτό, τον
Σταμμόγιανο Λάμπρο στο Δημοτικό σχολείο
Μολάων και τον Τζώρτζη Παναγιώτη. Το χωριό
είχε αρχίσει να αδειάζει. Βρήκαμε το
μαγαζάκι του Παναρίτη ανοιχτό και περάσαμε
καλά.
|
|
Τώρα σ’ αυτή τη
δεύτερη επίσκεψη η εικόνα είχε αλλάξει,
πολλά εγκαταλειμμένα σπίτια, το σχολείο
κλειστό, αλλά η εκκλησία του χωριού
φρεσκοβαμμένη με ανοιχτή ώχρα απορροφούσε
τη ματιά του επισκέπτη. Ο μπάρμπα Παναρίτης
είχε πεθάνει και το μαγαζάκι ήταν κλειστό.
Περάσαμε από τον μπάρμπα Κοντογιάννη. Ήταν
ο παππούς του Περικλή 101 χρονών κοτσονάτος
και πολύ ζωντανός. Το χειμώνα είναι ένας από
τους λίγους κατοίκους του χωριού. Μας είπε,
«Ερημιά εδώ πάνω και καμιά φορά πίνω και
κάνα ποτήρι για συντροφιά».
Μετά περάσαμε από τον
μπάρμπα Μιχάλη Μανίκη 68 χρόνων συνομήλικος
του πατέρα μου και πολύ φίλος και πελάτης.
Ήταν και αυτός θείος του Περικλή. Όταν με
γνώρισε έκανε σαν τρελλός από ενθουσιασμό.
Άρχισε να μου λέει κατεβατά για τις
ιστορίες και τις πλάκες που έχει κάνει με
τον πατέρα μου για να μου αποδείξει ότι τον
ξέρει απ’ έξω και ανακατωτά. Ήρθε η ώρα να
με γνωρίσει και με αφορμή σα σπηλαιολόγο
και μάλιστα για την εξερεύνηση ενός τέτοιου
βαράθρου και συγκινήθηκε δύο φορές.
|
|
Επειδή είχαμε
ενημερώσει τον κ. Μυλωνάκο Γεώργιο Δήμαρχο
των Μολάων που ανήκουν και τα Κουπιά, αλλά
ενώ έστειλε παιδιά να μας υποδεχτούν και να
μας ξεναγήσουν εμείς αργήσαμε λίγο και
είχαν φύγει. Έτσι προτείναμε στον μπάρμπα
Μανίκη να μας συνοδεύσει στο βάραθρο αν και
το ήξερε ο Περικλής για να γνωριστούμε
καλύτερα και για παρέα. Στο μεταξύ νωρίς στο
κολατσιό τράβηξε και λίγα ποτήρια ορεινό
κοκκινέλι και ήταν όλο κέφια.
Μπήκαμε στο
αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε παιρνόντας πρώτα
από ένα χωράφι μέχρι να βρούμε το
χωματόδρομο. Στην πλαγιά πιο πάνω το χωριό
έδειχνε όλο πέτρινο χωρίς επεμβάσεις
τσιμέντου πολύ γραφικό. Συναντήσαμε στο
δρόμο πολλές γραφικές στέρνες. Έσκαβαν
βαθιά όπου υπήρχε κάπως μαλακό έδαφος και
έχτιζαν με πέτρες ακόμη και την οροφή με
καμάρα οπότε έμοιαζαν με θαμμένα σπίτια
αλλά αντί για καμινάδα είχαν το λαιμό του
πηγαδιού.
Είναι γνωστό πόσο ασβεστολιθική
είναι η περιοχή πόσο πλούσια σε σπήλαια και
σε βάραθρα οπότε από Κυπαρίσσι μέχρι
Μονεμβασιά και από Αη Δημήτρη μέχρι Συκιά
δεν υπάρχει καμιά πηγή. Ανεβήκαμε με πρώτη
ταχύτητα όλη τη διαδρομή περάσαμε από
μερικά μαντριά και λάκες, θαυμάσαμε τη θέα
του οροπεδίου, τις στέρνες, και ο δρόμος
άρχισε να γέρνει προς τα δυτικά.
|
|
Μετά το τελευταίο
μαντρί ο δρόμος είναι καινούργια διάνοιξη
και σαν να μην είχε ξαναπεράσει αυτοκίνητο.
Ευτυχώς το ψηλό VW Τρανσπόρτερ βρήκε μόνο
μια φορά σε κάποια πέτρα. Φτάσαμε σε ένα
μικρό χωράφι 3 πελούζες και δύο ελιές και
παρκάραμε. Στα 150 μ. πιο κάτω ξεχώριζε η
δολίνη με το βάραθρο και τους την έδειξα
πριν καλά - καλά μου την δείξουν. Η θέα από
εδώ είναι όμως πανόραμα. Από κάτω περνά το
Στενό που συνδέει Νιάτα Μολάους με
χωματόδρομο. Απέναντι η Κουρκούλα η
παραφυάδα του Πάρνωνα και στην πλαγιά της η
όμορφη κωμόπολη των Μολάων. Όλος ο κάμπος
Μολάων-Ασωπού το ακρωτήρι του Ξυλή και ο
Λακωνικός με την απεραντοσύνη του στα βάθη
της Μεσογείου.
|
|
Το άνοιγμα έμοιαζε με
κρατήρα και στο βάθος ξεκινούσε η τρύπα 10 Χ 3
μέτρα. Γύρω - γύρω μεγάλα βράχια και πιο
έντονη βλάστηση. Αρμάτωσα στην αρχή
δένοντας το σχοινί σε βράχο πιο κάτω με
συρματόσχοινο και άρχισε η κάθοδος στο
βάραθρο. Κοιτούσα τη συκιά που η
περισσότερη έγερνε στο βάραθρο και ο κορμός
ξεκινούσε ακριβώς στο χείλος του γκρεμού,
θυμήθηκα όλα όσα μου είχαν αναφέρει για την
άτυχη «Μαριώ». Κατάλαβα πόσο νέα και
τολμηρή ήταν. Εδώ η ιστορία αυτή όμως
διαπαιδαγωγεί και μας θυμίζει πόσο προσοχή
πρέπει να δίνουμε στις τεχνικές καταβάσεις
με σχοινιά δένοντας τα πάντα για την
ασφάλεια μας. Έτσι η ζωή μας θα εμπλουτιστεί
μέσα από όλες αυτές τις περιπέτειες και θα
είναι πιο όμορφη. Πάνω από όλα όμως η
ασφάλεια μας.
|
|
Συνεχίζοντας το
αρμάτωμα με το 50άρι σχοινί στα 32μέτρα
πάτησα στο δάπεδο μιας πραγματικά μεγάλης
διάκλασης. Κατέβηκαν ο Περικλής και ο
Γιώργος. Τους φωτογράφισα και αμέσως έβγαλα
τη μετροταινία., νομίζοντας ότι η διάκλαση
είναι μπαζωμένη στο τελείωμα της. Ο
Περικλής πήρε την άκρη και εγώ στάθηκα στο
σημείο καθόδου. Ανέβηκε λίγο πιο πάνω ένα
μικρό ανέβασμα και συνέχισε μέχρι που η
διάκλαση με λίγο διάκοσμο στα πλευρά της
από τα νερά τελείωνε σε στενό σημείο στα 12μ.
Μετά συνεχίσαμε αντίστροφα προς το
κατηφορικό σημείο.
Βγάζοντας την πυξίδα
έδειξε λίγες μοίρες ανατολικά από το Β. Μετά
από δύο κατεβάσματα σχετικά εύκολα
καταρρηχητικά φτάσαμε στο τέλος της άλλης
πλευράς και η μεζούρα έδειξε άλλα 48 μέτρα.
Εκεί με περίμενε μια έκπληξη. Η διάκλαση δεν
τελείωνε διότι υπήρχε ρήγμα στενό 80οιη Χ 3
μέτρα. Αμέσως βγάλαμε το 20άρι το σχοινί για
να κατεβούμε στο δάπεδο του βαράθρου που
φαινόταν πιο κάτω. Δέσαμε το σχοινί και σε
δύσκολο σχετικά σημείο έβαλα ένα καρφί και
περάσαμε το σχοινί με οχτάρι. Από εκεί
κατεβήκαμε 12μ το βάραθρο και το σχοινί
ήθελε μόλις 50οπι να ακουμπήσει το δάπεδο.
|
|
Ο Περικλής
παίρνοντας την ταινία κατηφόρισε στην αρχή
Ν.Δ. πάλι έσκυψε κάτω από στενό σημείο
πέρασε και στα 18 μέτρα η διάκλαση τελείωνε.
Η Β.Α. πλευρά μας ενθουσίασε πραγματικά. Η
αίθουσα ήταν πάλι σε μορφή διάκλασης με
ψηλό ταβάνι πάνω από 20 μέτρα και πιο
ευρύχωρη. Ενώ η πρώτη έφτανε τα 3-4 μέτρα αυτή
έφτανε και 7-8 μέτρα πλάτος και προχωρούσε
βαθιά. Η υγρασία ήταν ανεπτυγμένη και φως
δεν ερχόταν από πουθενά πλέον. Στην πρώτη
λόγω του μεγάλου ανοίγματος στην οροφή δεν
χρειαζόταν φωτιστικό. Αυτό που
παρατηρήσαμε αμέσως ήταν έντονο νεροφάγωμα
που μας θύμισε μικρό χείμαρρο των βροχών.
Πράγματι η διάκλαση δεχόταν τα νερά από την
πλαγιά που ορμητικά έπεφταν στην πρώτη
διάκλαση και στο πέτρινο δάπεδο.
|
|
Εκεί ήταν
κατηφορικά και δεν υπήρχαν χώματα λάσπες ή
πέτρες. Στη δεύτερη όμως που η κλίση ήταν
μικρή υπήρχαν χώματα και πέτρες οπότε το
φαινόμενο έδειξε έντονα.Προχωρήσαμε να
εξερευνήσουμε την αίθουσα η οποία από την
μια μεριά μας εντυπωσίασε λόγω των
διαστάσεών της από την άλλη ένας μεγάλος
βράχος έδειχνε να έχει έναν διάδρομο δεξιά
και ένα μικρότερο αριστερά οπότε μας έβαλε
σε επιπλέον αγωνία για το που φτάνει η
αίθουσα.
Λίγα μέτρα πιο κάτω σταματάμε με
έκπληξη. Βρισκόμαστε μπροστά σε οστά
ανθρώπινα για άλλη μια φορά.
Επάνω σε μια
συστάδα από πέτρες ενώ δεξιά ήταν το
νεροφάγωμα του χειμάρρου είχαν σταθεί
αλλοιωμένα σκούρα ρούχα λίγα οστά θώρακα
σπόνδυλοι και ένα κομμάτι σκελετού που
ξεκινούσε με τμήμα λεκάνης δηλαδή του γοφού
ο μηρός η κνήμη και η περόνη και στο τέλος
συνεχόμενα το άρβυλο.
|
|
Εντύπωση μας έκανε
ότι το τμήμα αυτό του σκελετού ήταν όλο
συνδεδεμένο ακόμη και τα οστά αυτά μέχρι
και το άρβυλο δεν είχαν αποχωριστεί.
Εντύπωση μας έκανε ότι το άρβυλο έδειχνε
γεμάτο μέχρι το πάνω μέρος αλλά δεν
μπορούσαμε να καταλάβουμε αν είχε γεμίσει
από λάσπη ή αν η υγρασία του δέρματος
συντηρούσε το κρέας. Δίπλα υπήρχαν άλλα δύο
άρβυλα. Αυτό φανέρωνε αμέσως την ύπαρξη και
δεύτερου ατόμου. Στο μυαλό μας ήρθαν
εικόνες από αυτά που μας έχουν διηγηθεί οι
παλαιότεροι για τον πόλεμο και τον εμφύλιο.
|
|
Μετά συνεχίσαμε πιο
κάτω παρατηρώντας τη διάκλαση και το
σχηματισμό των παραπετασμάτων στα πλευρά
της καθώς και σημεία του βράχου που
έδειχναν λευκόχρωμα. Πλησιάζοντας στη βάση
του μεγάλου βράχου παρατηρήσαμε και
κομμάτι από κρανίο και κάτω γνάθο με λίγα
δόντια. Το μικρό πέρασμα ήταν δύσκολο να
περάσει κανείς από το σχηματισμό
παραπετασμάτων. Από την δεξιά πλευρά
περάσαμε αλλά λίγα μέτρα πιο κάτω υπήρχε
βύθισμα 7μ. περίπου με δύσκολο κατέβασμα.
Αμέσως συγκράτησα τα παιδιά γιατί υπήρχε
πολύ υγρασία και επικινδυνότητα.
Δεν υπήρχε λόγος να
κατεβούμε. Εξ άλλου παρατηρούσαμε δεξιά του
βυθίσματος αυτού ρήγμα με επόμενο
κατέβασμα και δεν είχαμε άλλο σχοινί για
αρμάτωμα. Ρίχνοντας μια μικρή πέτρα έκανε
αλλεπάλληλα κτυπήματα και προχωρούσε βαθιά.
Έτσι θα χρειαζόταν επόμενη αποστολή για τη
συνέχιση της εξερεύνησης. Ενώ στην αρχή
είχαμε την εντύπωση ότι το βάραθρο ήταν
εξερευνημένο από το 1912 για τον απεγκλωβισμό
του πτώματος της Μαριώς.
|
|
Πήραμε το δρόμο της
επιστροφής και μαζί μας μερικές
φωτογραφίες και σλάιντς, η διάκλαση μέχρι
την αρχή του επόμενου βαράθρου ήταν 70μ. Αυτό
που αποκομίσαμε από την εξερεύνηση αυτή
ήταν πρώτον η εντύπωση που μας προκάλεσε
γεωλογικά το βάραθρο αυτό, δεύτερον τα
συναισθήματα που προκύπτουν από το ατύχημα
της Μαριώς και τον απεγκλωβισμό του
πτώματος εκείνη την εποχή με σχοινιά από τα
άλογα και τρίτον τα ερωτήματα που μας έχουν
επανειλημμένα απασχολήσει όταν συναντούμε
τέτοιου είδους φαινόμενα. Δηλαδή ανθρώπους
που για οποιοδήποτε λόγο βρέθηκαν εκεί
οπότε δεν έγινε ένα μνημόσυνο από τους
φίλους και τους συγγενείς και δεν άναψε η
φλόγα του καντηλιού δια τη δέηση των ψυχών
αυτών.
Ήδη υπάρχει
προβληματισμός από ανθρώπους της περιοχής.
Μήπως πρέπει να γίνει κάτι για το θέμα αυτό;
Πέρασαν λίγες μέρες και
συζητώντας πληροφορήθηκα ότι η Μαριώ ήταν
αδελφή του παππού του Παναγιώτη Τζώρτζη. Ο
Παναγιώτης για μένα ήταν ότι πιο ξεχωριστό
από τις παιδικές μου σχέσεις. Μαζί
πηγαίναμε στο Δημοτικό όταν ήρθαν από τα
Κουπιά στους Μολάους μόνιμα με την
οικογένεια του. Ο μπάρμπα Μήτσος ο πατέρας
του, μας έφτιαχνε και το σαμάρι της μικρής
μας γαιδουρίτσας της «Κοτσώρης» που είχαμε
τότε να πηγαίνουμε στο κτήμα. Με τον
Παναγιώτη συνεχίσαμε μαζί και στο Γυμνάσιο
και Λύκειο Μολάων. Μετά βρεθήκαμε να
σπουδάζουμε μαζί στα ΤΕΙ Αιγάλεω. Εγώ στη
σχολή Διοίκησης Νοσοκομείων και ο
Παναγιώτης Τεχνολογία Τροφίμων. Αργότερα
συμπτωματικά υπηρετήσαμε τη Στρατιωτική
μας θητεία στη Μυτιλήνη, βρεθήκαμε την ίδια
πυροβολαρχία, στον ίδιο θάλαμο και στο ίδιο
κρεβάτι. Η σχέση αυτή δυνάμωσε τόσο πολύ,
που αισθανόμαστε πραγματικά σαν αδέλφια.
Οπότε λοιπόν η Μαριώ ήταν γιαγιά του
Παναγιώτη και οφείλω να του αφιερώσω την
εξερεύνηση αυτή της τρύπας της «Μαριώς».

|
|