του Γιάννη Κοφινά

Χωματόδρομος οδηγεί ΝΑ από
τη Συκέα του Δήμου Μολάων προς τη
Παναγίτσα Φουκριάς (1300μ.Χ) με τις
σπάνιες αγιογραφίες τριών επιστρώσεων.
Από εκεί συνεχίζει προς τη καταβόθρα
της Φουκριάς με την μικρή απροσπέλαστη
είσοδο και μετά περνάει δίπλα από το
κοινοτικό πηγάδι του παλαιού οικισμού
Φουκριάς (βάθους 12μ. με στάθμη νερού στα
6μ) με προορισμό το Σαργκανέικο μαντρί.
Στη συνέχεια ο δρόμος αριστερά της
ρεματιάς με κακή βατότητα και
φυτρωμένους θάμνους φτάνει σε αδιέξοδο.
Στα 400μ. από το μαντρί στη δυτική ράχη
διακρίνεται μικρό δέντρο που δεν κάηκε
από την πρόσφατη πυρκαγιά. Λίγα μέτρα
νοτιότερα υπάρχει μικρή είσοδος.

Με
κάθοδο 10μ. διαπιστώνεται ότι είναι
τρύπα οροφής σε αίθουσα 28μ. με
κατεύθυνση Β-Ν. Προς τα βόρια
κατηφορικό δάπεδο με χώματα και πέτρες
οδηγεί σε αδιέξοδο. Στο τέλος της
αίθουσας αυτής παρατηρούνται πτώμα
σκύλου σε αποσύνθεση και γουανώ από
νυχτερίδες. Υπάρχει και διάκοσμος
πλευρικός, σπογγώδης και ακανθώδης.
Νότια από το σημείο καθόδου από τη
δεξιά πλευρά υπάρχει είσοδος κάτω από
βράχο. Στην αριστερή πλευρά στο τέλος
της αίθουσας υπάρχει μαλακό χώμα και
μικρή ανασκαφή.

Εκεί υπάρχουν μερικά
όστρακα 1 εκ. πάχους και λεπτεπίλεπτα
που διακρίνεται και μελανή βαφή. Η
είσοδος κατηφορική κάτω από βράχια
μετά από 8μ. οδηγεί σε πατάρι μικρής
αίθουσας. Από εκεί αρματώνοντας σχοινί
σε είσοδο μας οδηγεί κάθετα άλλα 8μ. Στο
δάπεδο του βαράθρου παρατηρούνται
βγαλμένες πέτρες τοποθετημένες από τη
μια πλευρά ανηφορικά και στο κατώτερο
σημείο υπάρχουν 2 μεγάλοι λάκκοι που
δείχνουν λαθρανασκαφή. Στο
σπηλαιοβάραθρο αυτό παρατηρήθηκαν
πολλοί μαύροι σκορπιοί, σκελετοί
κατσικιών και όστρακο χελώνας.
Χρονικό λαθρανασκαφής
Ο οδηγός στην αποστολή αυτή Βασίλης
Σαργκάνης και ο θείος του ποιμένας στη
περιοχή ανέφεραν ότι λίγα χρόνια
μεταπολεμικά ο παππούς του Βασίλη
κατέβηκε εξ ανάγκης στο σπήλαιο με
τριχιά για να βγάλει το κατσίκι που
έπεσε εκεί. Το σχοινί όμως γλιστρούσε
και δεν μπορούσε να βγει. Στη συνέχεια η
γυναίκα του έριξε ξύλα για να ανάψει
φωτιά γιατί κρύωνε και κατέβηκε στη
Συκέα για βοήθεια. Έτσι ο παππούς
δέθηκε και τον ανέβασαν. Το γεγονός
μαθεύτηκε στα γύρω χωριά και λίγες
μέρες μετά τρεις Αι Γιαννιώτες έφτασαν
εκεί και ρωτούσαν για τη θέση του
σπηλαίου. Μετά από λίγες μέρες τους
είδαν στη περιοχή να φεύγουν προς τον
Αι Γιάννη Μονεμβασιάς με τέσσερα
μουλάρια φορτωμένα κλαριά. Ποτέ δεν
μπόρεσαν και δεν θέλησαν να πιστέψουν
ότι έφτασαν ως εκεί τόση μεγάλη
απόσταση από το χωριό τους για να
κόψουν κλαριά για τα ζώα τους. Υπέθεσαν
δύο εκδοχές, ότι φόρτωσαν κλαριά για να
δικαιολογήσουν την παρουσία τους εκεί
ή κάτω από τα κλαριά κάτι έκρυβαν.
Οποιοδήποτε ερώτημα δεν δέχεται
απάντησης διότι και οι τρεις έχουν
αποχωρήσει πλέον από τη ζωή. Η
αρχαιολογική έρευνα ίσως μια μέρα
δώσει απαντήσεις για την κατοίκηση του
σπηλαίου και τη χρήση του.